Ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση (μερική αναστήλωση) του Ανακτόρου της Αρχαίας Πέλλας, του τόπου όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η αποκατάσταση και η ανάδειξη του Ανακτόρου της Πέλλας αποτελεί έργο υψηλής ιστορικής και πολιτιστικής αξίας για τη Μακεδονία και την Ελλάδα, ευρύτερα, καθώς επανατοποθετεί δυναμικά την Πέλλα στο χάρτη των αρχαιολογικών χώρων που συμπληρώνουν την εικόνα του μακεδονικού Βασιλείου, προσφέροντας στο κοινό μια ολοκληρωμένη εμπειρία με την ιστορία και την αρχιτεκτονική της Αρχαίας Μακεδονίας.
Το ολοκληρωμένο έργο αφορά στη συντήρηση, αποκατάσταση και ανάδειξη του Ανακτόρου, της μνημειακής εισόδου του συγκροτήματος, της παλαίστρας και της κολυμβητικής δεξαμενής, σε εργασίες διαμόρφωσης νέας εισόδου και πορείας περιήγησης, αλλά και στην κατασκευή κτηρίου υποδοχής και κέντρου πληροφόρησης των επισκεπτών.
Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 3.500.000 ευρώ, χρηματοδοτήθηκε από το ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας ΕΣΠΑ 2014 – 2020, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Υπουργείου Πολιτισμού.
Το Ανάκτορο της Αρχαίας Πέλλας είναι χτισμένο σε πλάτωμα σε λόφο βόρεια της πόλης.
Η θέση του ήταν στρατηγική, καθώς μπορούσε να εποπτεύει την ευρύτερη περιοχή, τη λιμνοθάλασσα, στο μυχό της οποίας ήταν κτισμένη η πόλη, το αρχαίο λιμάνι, τους δρόμους που οδηγούσαν στην πόλη και την εύφορη γη γύρω από αυτήν.
Εκείνα τα χρόνια η θάλασσα βρισκόταν σε πολύ μικρότερη απόσταση, από ό,τι σήμερα, καθιστώντας την πόλη σχεδόν παραθαλάσσια.
Δύο δρόμοι οδηγούσαν από την Αγορά στο Ανάκτορο. Η προσέγγιση αυτή τόνιζε την κίνηση από το αστικό επίπεδο στο βασιλικό, που ήταν προστατευμένο, ελεγχόμενο και σε ψηλότερη στάθμη, λειτουργώντας ως μήνυμα της βασιλικής ισχύος. Η αρχιτεκτονική χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για να εκφράσει τη βασιλική εξουσία.
Η έκταση του Ανακτόρου είναι ιδιαίτερα μεγάλη, περίπου 70 στρέμματα και αποτελούνταν από επτά κτήρια που είχαν οικοδομηθεί, σε κλιμακωτά άνδηρα, που συνδέονταν μεταξύ τους με διαδρόμους και κλίμακες.
Η μνημειακή είσοδος προς το Ανάκτορο γινόταν μέσω ενός Προπύλου, που πλαισιωνόταν στις δύο πλευρές του από δύο μεγάλες δωρικές στοές.
Πίσω από το Πρόπυλο, σε ψηλότερο άνδηρο, βρίσκονταν τα δύο σημαντικότερα κτήρια, το ένα όπου ο βασιλιάς δεχόταν ξένες πρεσβείες, με χώρους για συμπόσια και θρησκευτικές τελετουργίες.
Στο δεύτερο κτήριο συνεδρίαζε το Συμβούλιο, δηλαδή, οι άριστοι των Μακεδόνων.
Βορειότερα υπήρχε κτήριο με τα βασιλικά διαμερίσματα. Υπήρχαν, επίσης, η παλαίστρα και το κολέγιο για την άσκηση των βασιλόπαιδων και των γόνων των σημαντικών οικογενειών και το κτήριο όπου κατοικούσαν οι αξιωματικοί, βοηθητικοί χώροι και στάβλοι.
Μετά την ήττα των Μακεδόνων, από τους Ρωμαίους το 168 μ.Χ., λεηλατήθηκε το Ανάκτορο.
Όμως, οι Ρωμαίοι δεν το κατέστρεψαν, αλλά ούτε και οικοδομήθηκε ποτέ ξανά.
Στους βυζαντινούς χρόνους, στην περιοχή, λειτούργησαν αγροτικές κατασκευές. Στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε μεγάλης έκτασης λιθοκλοπή, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα δύσκολη η ανάγνωση του.
Το 2015, εκπονήθηκε master plan για την ανάδειξη του συνόλου του Ανακτόρου. Το έργο που ξεκίνησε το 2020, αφορούσε στην αποκατάσταση των διαμερισμάτων του Βασιλιά, στο Πρόπυλο, στην κολυμβητική δεξαμενή και στην παλαίστρα.
Διαμορφώθηκαν νέα είσοδος, χώρος στάθμευσης, κατασκευάστηκαν κτήριο πληροφόρησης και ενημέρωσης των επισκεπτών, διαδρομές περιήγησης, με χώρους ανάπαυσης και προδιαγραφές καθολικής προσβασιμότητας.
Λόγω της εκτεταμένης λιθαρπαγής, τα κτήρια έχουν αναδειχθεί στο επίπεδο της θεμελίωσης τους, ενώ έχουν γίνει περιορισμένες συμπληρώσεις, όπου θεωρήθηκε απαραίτητο για την καλύτερη κατανόηση της δομής και του κτηρίου.


