Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Νέα μελέτη διαΝΕΟσις: Τουρισμός και Αγροδιατροφή στην Ελλάδα

Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις με τίτλο: «Τουρισμός Και Αγροδιατροφή Στην Ελλάδα», εξετάζει τους λόγους για τους οποίους η διασύνδεση μεταξύ του κλάδου του τουρισμού και του κλάδου της αγροδιατροφής δεν έχει ευδοκιμήσει, τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό.

Η διασύνδεση αυτή αφορά τόσο στο τουριστικό προϊόν της χώρας γενικότερα, όσο και σε εκφάνσεις του θεματικού τουρισμού που έχουν στον πυρήνα τους τα αγροδιατροφικά προϊόντα και την κουλτούρα της αγροδιατροφής, όπως ο γαστρονομικός τουρισμός και ο αγροτουρισμός.

 

 

Στο πλαίσιο της μελέτης εξεστάστηκε η γενικότερη διασύνδεση, αλλά εστιάζει και στην περίπτωση του γαστρονομικού τουρισμού.

Δεύτερος στόχος της μελέτης είναι να προτείνει τα βήματα εκείνα που θα μπορούσαν να γεφυρώσουν το χάσμα που παρατηρείται μεταξύ των δύο κλάδων.

Στη δεύτερη ενότητα παρατίθενται κάποια δευτερογενή στοιχεία για τον τουρισμό και την αγροδιατροφή που αναδεικνύουν τις δυνατότητες των δύο κλάδων, αλλά και τις βασικές τους αδυναμίες.

Αδιαμφισβήτητα, οι προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό στο σύνολό του είναι θετικές, με τη χώρα μας να συγκαταλέγεται στα πέντε ισχυρότερα τουριστικά brands διεθνώς.

Παρόλα αυτά, το ελληνικό τουριστικό προϊόν παραμένει μονοδιάστατο, με έντονη τη χρονική και χωρική συγκέντρωση της τουριστικής δραστηριότητας, απειλούμενο ταυτόχρονα από τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό.

Την ίδια στιγμή, ενώ ο τουρισμός αποτελεί παγκοσμίως έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους, με σημαντική συμβολή στην οικονομική δραστηριότητα, το αποτύπωμά του συχνά διαταράσσει την περιβαλλοντική και κοινωνική ισορροπία των τουριστικών προορισμών.

Μια λύση στα ζητήματα αυτά μπορεί να προέλθει μέσα από την καλύτερη διασύνδεση του τουριστικού προϊόντος με άλλους κλάδους όπως η αγροδιατροφή.

Το φαγητό είναι άλλωστε αναπόσπαστο μέρος του τουρισμού, συμβάλλοντας στις εμπειρίες των τουριστών και επηρεάζοντας τις αποφάσεις τους.

Η δε ελληνική παραγωγή έχει το πλεονέκτημα ότι φημίζεται για την υψηλή ποιοτική της στάθμη, ενώ μεγαλύτερο μέρος από τη μισή της αξία προέρχεται από τρεις κατηγορίες που συνδέονται με την υγιεινή διατροφή: Τα φρούτα, τα λαχανικά και το ελαιόλαδο.

Παράλληλα, οι ξένοι επισκέπτες φαίνεται να εκτιμούν την ελληνική γαστρονομία.

Στην τρίτη ενότητα δίνεται προσοχή στις υφιστάμενες μελέτες σχετικά με τη διασύνδεση των δύο κλάδων.

Μέσα από αυτές προκύπτει ότι οι ξενοδόχοι στην Ελλάδα προτιμούν τα εγχώρια και τοπικά προϊόντα για μια σειρά από λόγους, όπως η επιθυμία στήριξης της τοπικής/εγχώριας οικονομίας, η καλύτερη ποιότητά τους και η συμμετοχή στην προώθησή τους, ενώ κίνητρο για τους επιχειρηματίες του τουρισμού φαίνεται να αποτελεί και η ευκαιρία που δημιουργεί η προσφορά προϊόντων υψηλής ποιότητας για την προσέλκυση τουριστών υψηλών εισοδημάτων.

Ωστόσο, οι ξενοδόχοι δεν τα επιλέγουν σε τόσο μεγάλο βαθμό, κυρίως λόγω αδυναμίας κάλυψης της απαιτούμενης γκάμας, λόγω μη κάλυψης της ζήτησης και της χαμηλότερης ποιότητας προϊόντων, εξαιτίας του υψηλότερου κόστους σε σχέση με τα εισαγόμενα, αλλά και διότι η συνεργασία με τους προμηθευτές είναι συχνά αναποτελεσματική.

 

Προοπτικές Και Eυκαιρίες Για Τον Πρωτογενή Τομέα Στην Ελλάδα

Από τις μελέτες διασύνδεσης προκύπτει επίσης η σημαντική δυναμική του πρωτογενούς τομέα, κυρίως ως προς τα φρούτα και τα νωπά λαχανικά, αλλά και η αδυναμία του να καλύψει τις ανάγκες του τουριστικού κλάδου, ειδικά ως προς την ποσότητα και την τυποποίηση πολλών προϊόντων.

Τα προϊόντα για τα οποία οι ξενοδόχοι αντιμετωπίζουν συχνά πλήρη έλλειψη είναι διάφορα ψάρια, τυριά, αλλαντικά, οινοπνευματώδη, κρέατα και λαχανικά.

Οι περιορισμένες ποσότητες παραγωγής οδηγούν τους επιχειρηματίες του τουρισμού να ορίζουν ευρύτερα το «τοπικό» για να συμπεριλάβουν προϊόντα από μια μεγαλύτερη γεωγραφική περιοχή.

Διαπιστώνεται επίσης ότι οι εμπειρίες γαστρονομικού ενδιαφέροντος απορροφούν σημαντικό μερίδιο των δαπανών των επισκεπτών, ενώ οι νεότερες γενιές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις εμπειρίες γαστρονομικού ενδιαφέροντος ως κρίσιμου παράγοντα στην απόφασή τους να διαλέξουν έναν προορισμό.

Έμφαση δίνεται και στους «foodies» ως κατηγορία ταξιδιωτών, οι οποίοι αναζητούν εξατομικευμένες υπηρεσίες με βάση τις ιδιαιτερότητές τους.

Σε κάθε περίπτωση, μια εδραιωμένη γαστρονομική ταυτότητα φαίνεται να διευκολύνει το στρατηγικό σχεδιασμό του γαστρονομικού τουρισμού μιας χώρας, ωστόσο στην Ελλάδα φαίνεται να υπάρχει μια συγκεχυμένη αντίληψη για το πώς προσδιορίζεται η αμιγώς εθνική γαστρονομία.

Τέλος, σε πολλές χώρες, Destination Management Organizations (DMOs) ηγούνται των στρατηγικών για τη διασύνδεση των κλάδων και την ανάπτυξη του γαστρονομικού τουρισμού.

Η τέταρτη ενότητα εστιάζει στο γαστρονομικό τουρισμό, εξετάζοντας τη διεθνή βιβλιογραφία, πλήθος εγχώριων μεταπτυχιακών διατριβών, καλές πρακτικές από το εξωτερικό, αλλά και παραδείγματα από τη χώρα μας.

Μέσα από αυτά διαπιστώνεται ότι το φαγητό και οι γαστρονομικές εμπειρίες δεν επηρεάζουν απλά την ικανοποίηση που νιώθει ένας επισκέπτης, αλλά και την αίσθηση της ευημερίας που δύναται να αποκομίσει, την πρόθεση να επισκεφθεί ξανά τον ίδιο προορισμό, ακόμη και την αίσθηση ότι έζησε μια αξέχαστη εμπειρία.

Φαίνεται, επίσης, ότι ο γαστρονομικός τουρισμός διευκολύνει τη σύνδεση του αγροδιατροφικού κλάδου με το τουριστικό προϊόν μιας περιοχής ή χώρας, αρκεί τα στοιχεία του πρωτογενή τομέα να αξιοποιούνται κατάλληλα, η αγορά των επισκεπτών να τμηματοποιείται επιτυγχάνοντας την κατάλληλη στόχευση, ο όποιος αρνητικός αντίκτυπος να περιορίζεται και, τελικά, να εξασφαλίζεται ότι «ο γαστρονομικός τουρισμός θα φέρνει ψωμί στο τραπέζι όλων».

Ο γαστρονομικός τουρισμός περιλαμβάνει ειδικές εκδηλώσεις, όπως φεστιβάλ τροφίμων και ποτών, μαθήματα μαγειρικής, επισκέψεις σε αγροκτήματα, επισκέψεις σε αγορές παραγωγών, οινικές διαδρομές και βραδιές γευσιγνωσίας, που δίνουν τη δυνατότητα στους τουρίστες να αλληλεπιδράσουν με το φαγητό ενός τόπου και τις ιστορίες ή τα σύμβολα που αυτό αντιπροσωπεύει.

Η χώρα μας είναι σε πλεονεκτική θέση, καθώς διαθέτει πολλά προγράμματα ή σήματα που σχετίζονται με το γαστρονομικό τουρισμό (π.χ. Ελληνικό Πρωινό, Ελληνική Κουζίνα, Aegean Cuisine, κρητική κουζίνα, Δρόμοι του Κρασιού, Σήμα Επισκέψιμου Οινοποιείου), κατέχει ένα σεβαστό μερίδιο στο σύνολο των ονομασιών προέλευσης (ΠΟΠ – ΠΓΕ) σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε όλη τη χώρα υπάρχουν επισκέψιμοι χώροι, αλλά και εγκαταστάσεις που έχουν μετατραπεί σε μουσεία, ενώ κάθε χρόνο διοργανώνονται τοπικές γιορτές τροφίμων και φεστιβάλ.

Την ίδια στιγμή, έχει δρομολογηθεί η θεσμοθέτηση δικτυώσεων που υλοποιούν και διαχειρίζονται ολιστικά προγράμματα πολιτιστικού τουρισμού, όπως είναι η Πολιτιστική Διαδρομή «Οιδίπους» στη Στερεά Ελλάδα, με σημαντικές προεκτάσεις στο πεδίο της γαστρονομίας.

Τα μενού των εστιατορίων φαίνεται να αποτελούν πεδίο ενίσχυσης της ποιότητας της παρεχόμενης γαστρονομικής εμπειρίας, ενώ διαπιστώνεται ότι στην Ελλάδα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης των ονομασιών και των περιγραφών των εδεσμάτων, αλλά και ως προς τη διαμόρφωση ενός κοινού αφηγήματος.

Η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος που διευκολύνει και ενθαρρύνει την καινοτομία και τη δημιουργικότητα των τουριστικών επιχειρήσεων μπορεί να εμπλουτίσει το παρεχόμενο προϊόν, όπως άλλωστε και η διασύνδεση τουρισμού και αγροδιατροφής με το οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων ενός προορισμού.

Τέλος, η έμφαση στην εκπαίδευση κατοίκων και επισκεπτών σχετικά με την τοπική γαστρονομική ταυτότητα, η επανεφεύρεση τοπικών αγορών και η χρήση της γαστρονομίας ως μοχλού εξερεύνησης των πόλεων ενδυναμώνουν τον κλάδο της φιλοξενίας και προωθούν την τοπικότητα.

Στην πέμπτη ενότητα παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της ποιοτικής έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιήθηκαν ημιδομημένες συνεντεύξεις με παράγοντες του τουρισμού, της εστίασης και της αγροδιατροφής.

Σε ό,τι αφορά το ευρύτερο περιβάλλον και τις τάσεις στην αγορά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη μελέτη από τον κλάδο του τουρισμού συμφώνησαν ότι εντοπίζουν πλεονεκτήματα από την ένταξη εγχώριων/τοπικών προϊόντων στα μενού τους, ενώ αρκετοί εξ αυτών παρατηρούν μια στροφή ως προς αυτά που ζητούν οι επισκέπτες υπέρ του παραδοσιακού, υγιεινού φαγητού.

Προκύπτει, επίσης, ότι υπάρχει κοινό διατεθειμένο να επιβραβεύσει ποιοτικές, ντόπιες επιλογές, ενώ επισημάνθηκε η σύνδεση μεταξύ της επιβράβευσης της τοπικότητας και της παγκόσμιας στροφής που παρατηρείται προς τη βιωσιμότητα.

Αναφέρθηκαν, τέλος, περιπτώσεις επιχειρήσεων που κατέστησαν γαστρονομικοί προορισμοί, δημιουργώντας εμπειρίες γύρω από τοπικές κουζίνες και προϊόντα, μια τάση που βρίσκεται πάντως ακόμα στην αρχή της στην Ελλάδα.

Στην έκτη ενότητα παρουσιάζονται τα ευρήματα της ποσοτικής μας έρευνας, για τους σκοπούς της οποίας επιλέχτηκε ο νομός Ηλείας.

Στην έρευνα πήραν μέρος οι υπεύθυνοι από 96 τουριστικές μονάδες και 32 φορείς της αγροδιατροφής.

Στην τελευταία ενότητα της έρευνας αναπτύσσεται ένας οδικός χάρτης για την καλύτερη διασύνδεση των δύο κλάδων.

Προτείνεται  η σύσταση ενός «Γαστρονομικού DMO», την επίβλεψη και την απόφαση για τη στελέχωση του οποίου μπορεί να αναλάβει ένα «Εθνικό Συμβούλιο Ελληνικής Γαστρονομίας», στο οποίο θα συμμετάσχουν εκπρόσωποι των φορέων της κεντρικής διοίκησης, εκπρόσωποι της περιφερειακής διοίκησης και εκπρόσωποι των επαγγελματικών φορέων.

Ο «Γαστρονομικός DMO» θα χρειαστεί να έχει την απαιτούμενη αυτονομία ώστε να σχεδιάσει το ενιαίο (εθνικό) branding του εγχώριου γαστρονομικού χαρτοφυλακίου, να φροντίσει για την ενιαία τεκμηρίωση στοιχείων του γαστρονομικού τουρισμού εν γένει, να διαχειριστεί την ενιαία μεταφορά και διάχυση αυτών σε τοπικό επίπεδο, αλλά και να συντονίσει την ενιαία προβολή του ελληνικού γαστρονομικού τουριστικού προϊόντος.

Η διασύνδεση μεταξύ των κλάδων της αγροδιατροφής και του τουρισμού στην Ελλάδα είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί.

Είναι σε θέση να καταστήσει το τουριστικό προϊόν ανθεκτικότερο και ελκυστικότερο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι τα οφέλη του μπορούν να διαχυθούν πιο αποτελεσματικά στην ευρύτερη οικονομία.

 

Δείτε ολόκληρη τη μελέτη ΕΔΩ.

Post Tags
Share Post