«Τα ελληνικά ξενοδοχεία καλούνται να προσαρμόσουν τον τρόπο λειτουργίας τους στις νέες πελατειακές απαιτήσεις, καθώς το 95% αναζητούν γρήγορο wi-fi, μεταλλασσόμενα σε ένα πιο τεχνολογικό και λειτουργικό εξελιγμένο μοντέλο», αναφέρει μεταξύ άλλων σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «δημοκρατική», ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΞΕΕ), Γιώργος Τσακίρης.
Διαβάστε τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης του κ. Τσακίρη:
1. «Αναμφισβήτητα η φετινή χρονιά είναι μια καλή χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό και την ελληνική οικονομία. Βέβαια, υπάρχει και φέτος μια «γκρίνια» όσον αφορά στα έσοδα, στο all-inclusive κλπ. Δυστυχώς, όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα και εάν δεν βελτιώσουμε ολιστικά το τουριστικό μας προϊόν θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε προβλήματα και στο μέλλον.
Από πλευράς εσόδων για τις επιχειρήσεις, τα πράγματα δεν είναι για όλους «ρόδινα». Πολλές περιοχές άργησαν να ξεκινήσουν, ενώ πολλές μονάδες, ειδικά σε περιοχές όχι τουριστικά προβεβλημένες, δεν δείχνουν να απολαμβάνουν υψηλή ζήτηση, ανάλογη με τη γενικότερη τάση που καταγράφει ο ελληνικός τουρισμός.
Επιπλέον, η υψηλή φορολόγηση αποστερεί από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κεφάλαια, που θα μπορούσαν επενδυθούν στην αναβάθμιση των υποδομών, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο νέες θέσεις εργασίας και καλύτερες εντυπώσεις στους πελάτες, γεγονός που θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για τον προϊόν και εμμέσως σε αύξηση εσόδων και κοινωνικού οφέλους για τη χώρα».
2. «Νομίζω ότι η εμμονή αυτή στην επιβολή ενός αντιαναπτυξιακού και αντιανταγωνιστικού φόρου, του τέλους διανυκτέρευσης, μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει. Το ελληνικό τουριστικό προϊόν είναι ήδη αρκετά επιβαρυμένο φορολογικά και έχουμε τη δυνατότητα να αποδείξουμε ότι, η επιβολή του τέλους διανυκτέρευσης θα έχει για την ελληνική οικονομία τριπλάσιο κόστος σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος».
3. «Ιδιαίτερα επιβαρυντική για τον κοινωνικό ιστό και την καθημερινότητα των κατοίκων των πόλεων εξελίσσεται η οικονομία του διαμοιρασμού, της οποίας ο εμβληματικότερος εκπρόσωπος είναι η Airbnb. Ως γνωστόν, κάθε σύγχρονη πόλη πάσχει από το φαινόμενο του περιορισμένου χώρου, ιδιαίτερα στο κέντρο της. Παρατηρείται πλέον ότι ο διαθέσιμος χώρος για κατοικία, θα τείνει να γίνεται όλο και πιο δυσεύρετος και ακριβός, αλλοιώνοντας συγχρόνως τη φυσιογνωμία των πόλεων. Το ίδιο ισχύει και στα νησιά καθόσον είναι κανόνας ότι, η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης κατοικιών σε τουρίστες, ακολουθεί την τουριστική ανάπτυξη και ζήτηση κάθε περιοχής. Ενδεικτικό των συνεπειών που προκαλεί το φαινόμενο στην τοπική κοινωνία, είναι το παράδειγμα της Σαντορίνης, όπου το τοπικό νοσοκομείο παραμένει υποστελεχωμένο από γιατρούς καθόσον το ενοίκιο που καλούνται να καταβάλλουν για να μείνουν στο νησί, ξεπερνάει το μισθό τους με αποτέλεσμα να αρνούνται τους διορισμούς τους. Παράλληλα τα ενοίκια γενικότερα παρουσιάζονται αυξημένα κατά 25 – 30% μεσοσταθμικά, γεγονός που τελικά, γυρνάει και πλήττει την ίδια την κοινωνία και ιδιαίτερα τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις».
4. «Οι πελατειακές ομάδες που στήριξαν τον ελληνικό τουρισμό στα τελευταία 20 – 30 χρόνια, φθίνουν πλέον τόσο ηλικιακά όσο και συμπεριφορικά. Νέες πελατειακές ομάδες όπως οι millennials και μεταγενέστερες γενιές όπως η generation z, αλλάζουν το συμπεριφορικό ταξιδιωτικό χάρτη, εισάγοντας απαιτήσεις για νέα προϊόντα, εστιασμένα περισσότερο στην τεχνολογία και στις community δυνατότητες και λιγότερο στα κλασικά ξενοδοχειακά και τουριστικά προϊόντα. Ενδεικτικό αυτής της αλλαγής, είναι η τάση ότι ακόμη και παραδοσιακές ξενοδοχειακές αλυσίδες δημιουργούν προϊόντα και brands με νεανικά ξενοδοχεία, smart hotels, hostels κλπ. Χαρακτηριστικό της αλλαγής της ταξιδιωτικής συμπεριφοράς των πελατών όταν επιλέγουν ξενοδοχείο, είναι το γεγονός ότι το 95% αναζητούν το γρήγορο wifi και μόλις 2%, τη σάουνα και το hamam, σε αντίθεση με λίγα χρόνια πριν που τα ποσοστά αυτά ήταν τα αντίστροφα. Τα ελληνικά ξενοδοχεία καλούνται να προσαρμόσουν τον τρόπο λειτουργίας τους σε αυτές τις νέες πελατειακές απαιτήσεις μεταλλασσόμενα σε ένα πιο τεχνολογικό και λειτουργικό εξελιγμένο μοντέλο και μάλιστα όσον αφορά στη χώρα μας, σε ένα περιβάλλον έλλειψης ρευστότητας και κατά συνέπεια περιορισμένων επενδυτικών δυνατοτήτων».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη του κ. Τσακίρη στο dimokratiki.gr
