Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Philoxenia: Τα συμπεράσματα του συνεδρίου με θέμα «Ασιατικός Τουρισμός»

Η Ελλάδα μπορεί να γίνει προορισμός και πύλη εισόδου των Ασιατών ταξιδιωτών, αρκεί να εργαστεί στα επόμενα 3 – 5 χρόνια με συνέχεια, συνέπεια και μεθοδικότητα, ήταν το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε από το διεθνές συνέδριο της 33ης Philoxenia με θέμα «Ασιατικός Τουρισμός: Η Ελλάδα ως προορισμός και ως Ευρωπαϊκή Πύλη».

Οι ασιατικές αγορές και ιδιαίτερα η κινεζική είναι αυτές που παρουσιάζουν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης εξερχόμενου τουρισμού, τόσο σε επίπεδο ταξιδιωτών όσο και, κυρίως, σε επίπεδο ταξιδιωτικών δαπανών. Ήδη, η Κίνα βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών με την υψηλότερη ταξιδιωτική δαπάνη που, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού για το 2016, ανήλθε στα 261 δισ. δολ., πολύ περισσότερα από τις ΗΠΑ, που ήταν στη 2η θέση με 124 δισ. δολ. και τη Γερμανία στην 3η θέση με 81 δισ. δολ.

Η Ευρώπη υποδέχεται περίπου το 12% των Ασιατών που ταξιδεύουν εκτός της περιοχής τους, ενώ η Ελλάδα είναι προορισμός ενός πολύ μικρού αριθμού Ασιατών, δυσανάλογου με τη δημοφιλία της στην Ασία και ιδιαίτερα στην Κίνα.

Το πρώτο βήμα -σε πολιτικό επίπεδο- έχει ήδη γίνει, μετά τις πρόσφατες επαφές μεταξύ των δύο κυβερνήσεων και αυτό που πρέπει να ακολουθήσει άμεσα είναι η συστηματική προσέγγιση της ασιατικής αγοράς, ξεκινώντας από την Κίνα, η οποία αναμένεται στα επόμενα πέντε χρόνια να στείλει στην Ευρώπη περισσότερα από 25 εκατομμύρια τουρίστες, που θα ξοδέψουν περίπου 35 δισ. δολ. Επόμενα βήματα και απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η διευκόλυνση χορήγησης visa και η αύξηση των αεροπορικών συνδέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ασίας.

Η πρόσφατη έναρξη της απευθείας σύνδεσης Πεκίνου – Αθήνας με την Air China, η ανακοίνωση της Qatar για τη σύνδεση Doha – Θεσσαλονίκης για το 2018, καθώς επίσης τα σχέδια για αύξηση των συνδέσεων ανάμεσα στο αεροδρόμιο της Αθήνας με την Ασία, υποστηρίζουν την προσπάθεια διείσδυσης, η οποία θα πρέπει να επωφεληθεί και από την ανακήρυξη του 2018 ως Έτους Τουρισμού Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κίνας.

Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που πρόκειται για μια τόσο μεγάλη αγορά, η προσπάθεια πρέπει να είναι συνεχής, συνεπής και μεθοδική και τα θετικά αποτελέσματα μπορούν να φανούν ίσως και νωρίτερα από τρία χρόνια.