Επτά θέσεις ανέβηκε η Ελλάδα στο Δείκτη Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού για το 2017 που καταρτίζει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), καθώς κατατάσσεται στην 24η θέση μεταξύ 136 χωρών, συγκεντρώνοντας βαθμολογία 4,51 σε μια κλίμακα από το 1 έως το 7, ενώ το 2016 ήταν στην 31η θέση μεταξύ 141 χωρών.
Βρίσκεται ωστόσο σε χαμηλότερη θέση από Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία, αλλά σε υψηλότερη από την Κύπρο και την Τουρκία.
Στην έκθεση, πάντως, αν και οι χαμηλές χρεώσεις για τους ξένους τουρίστες θεωρούνται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας, η οποία κατατάσσεται στην 22η θέση ως προς το κριτήριο αυτό, επισημαίνεται η αρνητική επίδρασή τους στα έσοδα.
Οι συγγραφείς της έκθεσης αποδίδουν αυτή τη θεαματική βελτίωση στις «εξαιρετικές προσπάθειες της Ελλάδας να αξιοποιήσει τους φυσικούς της πόρους, στη μείωση των τιμών σε ό,τι αφορά τη διαμονή των ξένων τουριστών, καθώς και στη μείωση των χρεώσεων στα αεροδρόμια».
Στα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του ελληνικού τουρισμού περιλαμβάνεται το σχετικά υψηλό επίπεδο δημόσιας υγείας και υγιεινής (11η θέση). Μπορεί να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις στο εθνικό σύστημα υγείας, όμως υπάρχει πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου ιδιωτικές υπηρεσίες. Επίσης, η πρόσβαση σε πόσιμο νερό είναι εύκολη για το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, ενώ γενικώς είναι περιορισμένος ο κίνδυνος εκδήλωσης επιδημιών.
Στα μειονεκτήματα, από την άλλη, περιλαμβάνονται τα ελάχιστα κίνητρα για την υλοποίηση ξένων άμεσων επενδύσεων, αλλά και ο χαμηλός βαθμός τεχνολογικής ετοιμότητας των τουριστικών επιχειρήσεων.
Δείτε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο της Δήμητρας Μανιφάβα στο kathimerini.gr
