Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Λιγοστές οι αγοραπωλησίες ξενοδοχείων στην Ελλάδα

hotels

 

Λιγοστές ήταν οι αγοραπωλησίες ξενοδοχειακών ακινήτων που έγιναν σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της χώρας το πρώτο εξάμηνο του 2016.

Παρά το μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο από εγχώριους θεσμικούς επενδυτές όσο και από ξένα funds, οι συναλλαγές στην αγορά παραμένουν λιγοστές, δείγμα των αγκυλώσεων που εξακολουθούν να παρατηρούνται.

Σύμφωνα με σχετική έρευνα της εταιρείας πιστοποιημένων εκτιμητών Geoaxis Property & Valuation Services, οι τιμές πώλησης των ξενοδοχείων παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2015, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις ακινήτων, που λόγω της προνομιακής τους θέσης ή άλλων ποιοτικών χαρακτηριστικών σημείωσαν αύξηση των τιμών τους.

Με βάση τα στοιχεία της Geoaxis, για τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων, οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται στη Σαντορίνη με 297.490 ευρώ/δωμάτιο, έναντι 299.125 ευρώ/δωμάτιο κατά το αντίστοιχο περυσινό εξάμηνο και ακολουθεί η Μύκονος, όπου το κόστος για ένα αντίστοιχων προδιαγραφών ακίνητο φτάνει σε 270.827 ευρώ/δωμάτιο, από 272.928/δωμάτιο κατά το περυσινό διάστημα.

Στην ανάλυσή της, η Geoaxis επισημαίνει ότι παρότι το 2015 και όπως όλα δείχνουν και το 2016 θα αποτελέσουν έτη – ρεκόρ για τον τουρισμό σε επίπεδο αριθμού επισκεπτών, ο αριθμός των ξενοδοχειακών μονάδων που προσφέρονται προς πώληση παραμένει εξαιρετικά υψηλός, χωρίς επί του παρόντος να καταγράφεται και ανάλογη ζήτηση.

Σύμφωνα με πηγές φορέων του κλάδου, εκτιμάται ότι προς πώληση βρίσκονται σήμερα τουλάχιστον 250 ξενοδοχεία διαφόρων κατηγοριών ανά την επικράτεια, με ένα μέρος μάλιστα αυτών να αφορά πωλήσεις/παραχωρήσεις προς διαχείριση από την πλευρά των τραπεζών, στο πλαίσιο της διαδικασίας τακτοποίησης «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων.

Ωστόσο, σε αρκετά από αυτά τα ακίνητα το ενδιαφέρον, ιδίως από τους ξένους επενδυτές, είναι μηδαμινό, λόγω του ότι οι πρώην ιδιοκτήτες των μονάδων επιχειρούν να μπλοκάρουν τις σχετικές διαδικασίες, εξαντλώντας όλα τα ένδικα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

Όπως αναφέρει ο Γιάννης Ξυλάς, ιδρυτής και ιδιοκτήτης της Geoaxis, τα τελευταία χρόνια οι αγοραπωλησίες ξενοδοχειακών ακινήτων είναι λίγες στον αριθμό και σχετικά χαμηλού τιμήματος, με εύρος διακύμανσης από 1 έως 3 εκατ. ευρώ. «Οι υποψήφιοι αγοραστές αναμένουν περαιτέρω πτώση των τιμών κι έτσι τηρούν στάση αναμονής στην πλειονότητα των περιπτώσεων», τονίζει ο κ. Ξυλάς.

Παράλληλα, προσθέτει ότι σημαντικά εμπόδια για τους επενδυτές αποτελούν ο πολυκερματισμός του προϊόντος, η πολυοικογενειακή βάση στην ιδιοκτησία και ο τεράστιος όγκος αυθαιρεσιών που καταγράφουν τα περισσότερα ξενοδοχειακά ακίνητα στην Ελλάδα.

Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι αρνητικό ρόλο στην αύξηση των συναλλαγών διαδραματίζουν, επίσης, το ασταθές φορολογικό καθεστώς, η αύξηση του ΦΠΑ σε δημοφιλείς νησιωτικούς προορισμούς, η έλλειψη χρηματοδότησης και οι καθυστερήσεις που καταγράφονται στις σχεδιαζόμενες αναπτύξεις τουριστικών θερέτρων (που θα μπορούσαν να προσφέρουν πρόσθετο προϊόν κατάλληλο για αγορά από επενδυτές), λόγω της γραφειοκρατίας και της δυσκολίας έκδοσης οικοδομικών αδειών.

Ενδεικτικό των δυσκολιών στην ολοκλήρωση επενδυτικών συμφωνιών αποτελεί και το ότι ούτε οι εγχώριες ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία) έχουν μέχρι στιγμής προχωρήσει σε κάποια αγορά ξενοδοχειακής μονάδας, παρά το δεδομένο ενδιαφέρον που έχουν επιδείξει για τη συγκεκριμένη κατηγορία ακινήτων.

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρουν τοπικοί φορείς, η ζήτηση για ξενοδοχειακές υποδομές στην Ελλάδα είναι τεράστια, καθώς αν δεν προστεθούν νέες κλίνες, οι πληρότητες των ξενοδοχείων στους δημοφιλείς προορισμούς θα ανέλθουν σε 95% ήδη από το 2018 και μετά.

Μια από τις επικερδέστερες κινήσεις σήμερα για ένα ενδιαφερόμενο επενδυτή, είναι η απόκτηση ενός ξενοδοχείου τριών αστέρων σε δημοφιλή τουριστικά περιοχή, με το αντίστοιχα χαμηλό τίμημα και στη συνέχεια να προβεί σε εργασίες αναβάθμισής του, ώστε να περάσει στην κατηγορία των πέντε αστέρων. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αξία του ξενοδοχείου πολλαπλασιάζεται και εφόσον διαθέτει και επαρκές μέγεθος, καθίσταται αυτομάτως σαφώς ελκυστικότερο για έναν ξένο επενδυτή.

Δείτε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο του Νίκου Ρουσάνογλου στο kathimerini.gr

Share Post