
Η ελληνική αγορά πεντάστερων και τετράστερων ξενοδοχείων εξακολουθεί να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον τόσο Ελλήνων όσο και ξένων επενδυτών. Ωστόσο, για την ώρα, δείχνουν ότι προτιμούν να τηρούν στάση αναμονής, έως ότου ξεκαθαρίσει ο τρόπος με τον οποίο οι τράπεζες θα χειριστούν τελικά το θέμα με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που βαραίνουν τον κλάδο.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αξία των μη εξυπηρετούμενων δανείων που αφορούν ξενοδοχεία φτάνει τα 2,5 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 3 δισ. ευρώ δάνεια βρίσκονται σε καθυστέρηση 90 ημερών.
Η σταθερά θετική απόδοση του τουρισμού στην Ελλάδα έχει οδηγήσει στην αύξηση του κύκλου εργασιών, καθώς και των προ φόρων, τόκων, αποσβέσεων και δικαιωμάτων μειοψηφίας κερδών (EBITDA) του κλάδου, κάτι που με τη σειρά του ανοίγει το δρόμο για νέες επενδύσεις, αλλά και για την αναβάθμιση του υπάρχοντος αποθέματος ξενοδοχείων.
Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης ανοδικής πορείας του τουρισμού από το 2013, η αγορά των ξενοδοχειακών ακινήτων εμφανίζεται ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα στο ελληνικό real estate, τόσο το 2014 όσο και το 2015. Νέα ξενοδοχεία 5 και 4 αστέρων άνοιξαν στην ελληνική αγορά υπό τη διεύθυνση μεγάλων διεθνών εταιρειών διαχείρισης ξενοδοχειακών μονάδων, ενώ μεγάλοι όμιλοι επέκτειναν την παρουσία τους. Η «επεκτατική» διάθεση των ξενοδοχειακών ομίλων και των διεθνών εταιρειών διαχείρισης ξενοδοχειακών μονάδων διαμορφώνει μια ενδιαφέρουσα τάση για το 2016, οπότε και αναμένεται το άνοιγμα σημαντικού αριθμού νέων ξενοδοχείων μεταξύ των οποίων και στην Αθήνα.
Σωρευτικά οι τιμές των ξενοδοχειακών ακινήτων υψηλής ποιότητας, δηλαδή τεσσάρων και πέντε αστέρων, έχουν αυξηθεί από 7% έως και 15%, ανάλογα με την τοποθεσία, στη διετία 2014 – 2015, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της NAI Hellas.
Το σύνολο του ελληνικού ξενοδοχειακού ενεργητικού ακινήτων, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, έως και τον Ιούνιο του 2015 ανερχόταν σε 9.706 μονάδες με 403.792 δωμάτια, συνολικής χωρητικότητας 779.118 κλινών. Αυτό σημαίνει πως από το 2000 η χωρητικότητα των ξενοδοχείων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 23,5%.
Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση των ξενοδοχειακών μονάδων στην Ελλάδα από το 2000, αλλά και την κατηγορία αστέρων στην οποία αυτές κατατάσσονται, γίνεται ξεκάθαρο πως το ξενοδοχειακό δυναμικό της χώρας έχει αναβαθμιστεί σημαντικά. Ειδικότερα έχουν τετραπλασιαστεί τα πεντάστερα ξενοδοχεία, γεγονός το οποίο αναδεικνύει την κατηγορία αυτή ως εκείνη με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, σε αρμονία και με τις τάσεις της διεθνούς αγοράς φιλοξενίας και αναψυχής.
Όμως και τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων αυξήθηκαν κατά την ίδια περίοδο στην Ελλάδα και συγκεκριμένα κατά 66%, και αντιπροσωπεύουν πλέον το 13% του συνολικού αποθέματος έναντι 9,8% το 2000, με την τάση να είναι σταθερά ανοδική. Τα τριών αστέρων ξενοδοχεία αυξήθηκαν επίσης κατά 62%, αλλά το μερίδιό τους στην αγορά παραμένει σταθερό στο σύνολο με την πάροδο των ετών.
Αντιθέτως, το μερίδιο του συνόλου των μονάδων καθεμιάς από τις δύο χαμηλότερες κατηγορίες υποχώρησε από το 2000. Τα ξενοδοχεία δύο αστέρων αυξήθηκαν οριακά κατά 3% μεταξύ του 2000 και του πρώτου εξαμήνου του 2015, ενώ τα ξενοδοχεία ενός αστέρα μειώθηκαν κατά 13%.
Το πρώτο εξάμηνο του 2015, οι κορυφαίες τρεις κατηγορίες αποτελούσαν πλέον περίπου το 60% του ελληνικού ξενοδοχειακού αποθέματος. Το μέσο μέγεθος των ελληνικών ξενοδοχείων σε σχέση με τα διαθέσιμα δωμάτια έφθασε στα 41,6 δωμάτια ανά ξενοδοχείο, που συνεπάγεται αύξηση της τάξης του 5,9% από 39,3 δωμάτια το 2000. Ως εκ τούτου, αν και το ποσοστό των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων αυξήθηκε την τελευταία δεκαπενταετία κατά 23,5%, η αύξηση του αριθμού των δωματίων ήταν πολύ υψηλότερη και άγγιξε το 30,4%.
Τα έξι στα δέκα πεντάστερα ξενοδοχεία στην Ελλάδα έχουν πάνω από 101 δωμάτια. Το μεγαλύτερο ποσοστό των τετράστερων ξενοδοχείων ανήκει στις κατηγορίες «οικογενειακά» και «μικρά» ξενοδοχεία και μόνο το 25% ανήκει στην κατηγορία των «μεγάλων».
Πηγή: www.kathimerini.gr
Δείτε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο του Ηλία Μπέλλου στο kathimerini.gr
