
Η άρση του καμποτάζ, που άνοιξε την ελληνική αγορά της κρουαζιέρας για όλες τις εταιρείες του κόσμου, ήταν μια από τις πιο γνωστές μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας που υλοποιήθηκαν. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Πόσο ωφελήθηκε η εθνική οικονομία; Η έρευνα της διαΝΕΟσις αποκαλύπτει μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον ελληνικό τουρισμό και ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό, «cabotage» είναι το καθεστώς παραχώρησης του προνομίου εκτέλεσης περιηγητικών πλοών (κρουαζιέρες) εντός της επικράτειας, αποκλειστικά σε πλοία που φέρουν την εθνική σημαία ή σημαία χώρας – μέλους της ΕΕ.
Από τη δεκαετία του 1920 μέχρι το 2010 (τυπικά – ουσιαστικά μέχρι το 2012), αυτός ο περιορισμός ίσχυε και στην Ελλάδα. Κρουαζιερόπλοια που έφεραν σημαίες ξένων χωρών (πλην χωρών της Ε.Ε. από τη δεκαετία του ’90 και μετά) μπορούσαν να επισκεφτούν τα ελληνικά λιμάνια, αλλά δεν επιτρεπόταν να τα χρησιμοποιήσουν ως «home ports», δηλαδή ως λιμάνια αφετηρίας και κατάληξης της κρουαζιέρας.
Κρουαζιερόπλοια που έφεραν σημαίες χωρών εκτός της Ε.Ε. μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά λιμάνια μόνο ως λιμάνια διέλευσης («transit ports»), στην πορεία τους από και προς τα home ports τους στην Ιταλία, την Τουρκία ή αλλού. Αυτό αποτελούσε πάντα ένα σημαντικό πρόβλημα για την εγχώρια αγορά, γιατί τα περισσότερα έσοδα της κρουαζιέρας προέρχονται από τη χρήση των λιμανιών ως home ports -το επονομαζόμενο «homeporting»- και όχι από τα λιμάνια transit.
Ο βασικός στόχος της άρσης του καμποτάζ, η οποία νομοθετήθηκε για πρώτη φορά με έναν ατελή νόμο το 2010 και τελικά ολοκληρώθηκε με νόμο του 2012, ήταν ακριβώς αυτός.
Όμως μετά από την άρση θα περίμενε κανείς ότι θα ακολουθούσε μια αύξηση τόσο των «homeportings», όσο και των εσόδων από την κρουαζιέρα στην Ελλάδα. Τα πράγματα, ωστόσο, δεν εξελίχθηκαν έτσι…
Δείτε ΕΔΩ ολόκληρη τη μελέτη της διαΝΕΟσις
