Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Άρης Ίκκος (ΙΝΣΕΤΕ): Ομιλία στην ημερίδα «Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη – Υποδομές, Πόροι»

Με στόχο τη συμβολή στο δημόσιο διάλογο για τη βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού, το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) συμμετείχε σε εκδήλωση του Συνηγόρου του Πολίτη για την έκθεση της Αρχής με θέμα «Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη: Πλαίσιο, Υποδομές, Πόροι».

Κατά τη διάρκεια της Στρογγυλής Τράπεζας με θέμα «Προβλήματα & Προοπτικές του Ελληνικού Τουρισμού», o Άρης Ίκκος, ο Επιστημονικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, επισήμανε ότι:

– Η έκθεση αποτυπώνει με ακρίβεια τα περιθώρια βελτίωσης που καλούνται να καλύψουν ο δημόσιος τομέας και η τοπική αυτοδιοίκηση σε σχέση με την τουριστική δραστηριότητα (χωροταξικό πλαίσιο, εκτός σχεδίου δόμηση, πολιτιστική κληρονομιά, υδάτινοι πόροι κ.ά.).

– Ο τουρισμός έχει συνεισφέρει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ελλάδας, με σημαντικό περιφερειακό αποτύπωμα.

– Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι η παγκόσμια τουριστική δραστηριότητα θα συνεχίσει μακροπρόθεσμα τη σταθερή ανοδική της πορεία των τελευταίων 50 και πλέον ετών και θα διογκωθεί ως οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το ερώτημα είναι: Θα διεκδικήσει η Ελλάδα το μερίδιο που της αναλογεί; Θα εκμεταλλευτεί τη φήμη της, τις επενδύσεις από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα για να διασφαλίσει αειφορία, ανάπτυξη και ευημερία, ή θα αφήσει την ευκαιρία να χαθεί λόγω θεσμικών αδυναμιών και ελλείψεων υποδομών;

 

 

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του κ. Ίκκου

Κατ’ αρχάς ευχαριστώ πολύ τον κο Ποτάκη για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση της έκθεσης του ΣτΠ για την Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και την κυρία Φιλιππάκη και την ομάδα της για την ευκαιρία που μας έδωσε να εκθέσουμε τις απόψεις μας κατά τη διάρκεια εκπόνησης της Έκθεσης για την Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη.

Πρόκειται για μια εξαιρετική έκθεση που αποτυπώνει τις δυσλειτουργίες του δημόσιου τομέα και της τοπικής αυτοδιοίκησης και της επίδρασής τους στον -ίσως- σημαντικότερο τομέα της ελληνικής οικονομίας αλλά και κοινωνίας.

Ο τουρισμός συχνά αναφέρεται ως «η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας» ή «η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» και είναι αρκετά γνωστό ότι συνεισφέρει σημαντικά στο ΑΕΠ της χώρας. Η συμμετοχή του υπερβαίνει σταθερά το 10% του ΑΕΠ και αν συνυπολογισθούν και τα πολλαπλασιαστικά οφέλη η συνολική συνεισφορά του τουρισμού στην οικονομία της χώρας το 2023 εκτιμάται περί το 30% του ΑΕΠ.

Λιγότερο γνωστά όμως είναι τα ακόλουθα στοιχεία για τις οικονομικές επιπτώσεις του τουρισμού:

Κατ’ αρχάς, με τη σημερινή πραγματικότητα για την παγκόσμια κατανομή εργασίας, ο τουρισμός αποτελεί ίσως τη μοναδική οικονομικά βιώσιμη διέξοδο για το νησιωτικό χώρο, αλλά και τον απομονωμένο παράκτιο και χερσαίο χώρο. Επακόλουθο αυτού είναι ότι στις περιοχές αυτές ο τουρισμός δεν  αποτελεί μια από τις πολλές δραστηριότητες που αναπτύσσονται εκεί, αλλά καθορίζει την οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα τους, πρόκειται δηλαδή για τουριστικές οικονομίες.

Περαιτέρω, η τουριστική δραστηριότητα βασίζεται στην μικροεπιχειρηματικότητα με χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις καταλυμάτων, εστίασης, τουριστικών προϊόντων, προμηθευτών τουριστικών επιχειρήσεων κλπ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης, που αποτελούν βασικούς πυλώνες της τουριστικής δραστηριότητας, έχουν 110 χιλιάδες επιχειρήσεις, ή το 12% του συνόλου των επιχειρήσεων. Περισσότερες επιχειρήσεις έχει μόνο ο τομέας χονδρικού και λιανικού εμπορίου και επισκευών οχημάτων.

Στις τουριστικές περιοχές μεγάλος αριθμός και από αυτές τις επιχειρήσεις, ειδικά του λιανικού εμπορίου, ζουν από και εξυπηρετούν τον τουρισμό. Με άλλα λόγια ο τουρισμός αποτελεί μια λαϊκή δραστηριότητα που βασίζεται σε χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις.

Ο τουρισμός επιδρά θετικά στον πρωτογενή τομέα και τις βιοτεχνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ανάπτυξη της οινοπαραγωγής στην Σαντορίνη. Σύμφωνα  μάλιστα με πρόσφατη μελέτη της diaNEOsis για τον Αγροτικό Τομέα στην Ελλάδα, περισσότερο από το 92% των προϊόντων που χρησιμοποιούνται στους κλάδους της διαμονής και της εστίασης προέρχεται από εγχώριους παραγωγούς.

Επίσης, το ότι η τουριστική ανάπτυξη είναι μεγαλύτερη από την ανάπτυξη άλλων κλάδων της οικονομίας, οφείλεται στη μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού έναντι των υπολοίπων κλάδων. Συγκεκριμένα, με βάση στοιχεία από το World Economic Forum, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση ως προς την ανταγωνιστικότητά της στον τουρισμό, έναντι της 59ης που καταλαμβάνει η ελληνική οικονομία στο σύνολό της.

Στρέφοντας την προσοχή μας στα κοινωνικά θέματα, ένα ίσως από τα σημαντικότερα εθνικά θέματα αποτελούν οι αρνητικές δημογραφικές εξελίξεις όπου, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, προβλέπεται σημαντική μείωση του πληθυσμού τα επόμενα χρόνια.

Η οικονομική ανάπτυξη του νησιωτικού και απομονωμένου παράκτιου και χερσαίου χώρου συμβάλλει αποφασιστικά στην αποφυγή εγκατάλειψης και ερημοποίησής τους.

Λαμβάνοντας υπόψη τις απογραφές πληθυσμού της ΕΛΣΤΑΤ, οι τουριστικές Περιφέρειες Νοτίου Αιγαίου και Κρήτης είναι οι μοναδικές Περιφέρειες που, μεταξύ 2011 και 2021, παρουσίασαν αύξηση μόνιμου πληθυσμού (+6,1% και +0,2% αντίστοιχα) έναντι μείωσης -3,1% σε εθνικό επίπεδο.

Ακόμα, όσο πιο τουριστικά αναπτυγμένη είναι μια Δημοτική Ενότητα τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες είχε να αυξηθεί ο πληθυσμός της. Συγκεκριμένα, ενώ για το σύνολο της χώρας μόνο το 23% των Δημοτικών Ενοτήτων παρουσίασε αύξηση του πληθυσμού μεταξύ 2011 και 2021, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 72% για τις πλέον ανεπτυγμένες τουριστικά Δημοτικές Ενότητες (όπως αυτές ορίζονται στο σχέδιο της Κυβέρνησης για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό), ακολουθούμενες από τις Δημοτικές Ενότητες που χαρακτηρίζονται ως Αναπτυγμένες με 44%, τις Δημοτικές Ενότητες που χαρακτηρίζονται ως Αναπτυσσόμενες με 42%, τις Δημοτικές Ενότητες που χαρακτηρίζονται ως Περιοχές με δυνατότητες ανάπτυξης με 23% και τις Δημοτικές Ενότητες που χαρακτηρίζονται ως Μη αναπτυγμένες περιοχές με μόλις 13%.

Προκύπτει δηλαδή σαφώς ότι ο τουρισμός, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζεται αρνητικά από τον ελληνικό πληθυσμό, αλλά ότι συμβάλλει στην ανάσχεση της εγκατάλειψης περιοχών κάτι που, ειδικά για τα νησιά του Αιγαίου, έχει και εθνική σημασία.

Αναφερθήκαμε ήδη στη μικροεπιχειρηματικότητα και τη λαϊκή διάσταση που έχει ο τουρισμός. Εκτός από αυτό, ο τουρισμός δίνει διεξόδους απασχόλησης στις γυναίκες και τους νέους, κοινωνικές ομάδες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες εισόδου στην αγορά εργασίας.

Συγκεκριμένα, στην αιχμή της τουριστικής περιόδου το 2023, οι γυναίκες αντιπροσώπευαν το 47% των απασχολούμενων στον τουρισμό έναντι 42% στους υπόλοιπους κλάδους και οι ηλικίες 15 – 29 αντιπροσώπευαν το 29% των εργαζομένων στον τουρισμό, έναντι 12% στους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας.

Και ερχόμαστε στο θέμα του περιβάλλοντος – last but not least. Ο τουρισμός, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη δραστηριότητα εξαρτάται από και επιδρά στο περιβάλλον, είτε αυτό είναι φυσικό είτε ανθρωπογενές.

Θα ξεκινήσω από το ανθρωπογενές και ειδικά από την πολιτιστική μας κληρονομιά στην οποία ο τουρισμός προσφέρει πολύ σημαντικά έσοδα. Αρκεί να αναφέρω ότι τα έσοδα της Ακρόπολης και του Μουσείου της Ακρόπολης το 2023 πλησίασαν τα 80 εκατ. ευρώ, από τα οποία αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο μέρος οφείλεται στον τουρισμό.

Παρά όμως το τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα της χώρας, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στο top – 10 των προορισμών για πολιτιστικό τουρισμό παγκοσμίως. Όπως επισημαίνεται και στην Έκθεση, τα έσοδα αυτά θα μπορούσαν να ήταν πολύ περισσότερα με την κατάλληλη αξιοποίηση του τουριστικού προϊόντος.

Συγκεκριμένα, στη σελ. 48 της Έκθεσης αναφέρεται ότι, «η πολιτιστική κληρονομιά και, κατά συνέπεια, το πολιτιστικό περιβάλλον, αποτελεί για τη χώρα ένα δυναμικό εργαλείο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τουρισμό. Ωστόσο, ο Συνήγορος διαπιστώνει ότι η ισόρροπη σχέση μεταξύ της προστασίας/ανάδειξης του πολιτιστικού περιβάλλοντος και του τουρισμού προβάλλει ως διαρκές διακύβευμα.

Ως καίρια ζητήματα αναδεικνύονται: α) οι πολεοδομικές παραβάσεις και χωροταξικές εκκρεμότητες σε ιστορικά κέντρα πόλεων, παραδοσιακούς οικισμούς και αρχαιολογικούς χώρους, β) η διαχείριση της επισκεψιμότητας αρχαιολογικών χώρων, γ) η μη σύννομη χρήση αιγιαλού εντός αρχαιολογικών ζωνών και τέλος δ) η συμβολή των κινητών πολιτιστικών αγαθών στο παρεχόμενο τουριστικό προϊόν».

Αυτά είναι θέματα που κατ’ επανάληψη έχει θίξει ο ΣΕΤΕ, καθώς οι έρευνές μας έχουν δείξει ότι βασικός λόγος που ο πολιτιστικός τουρισμός δεν είναι όσο αναπτυγμένος θα μπορούσε στην Ελλάδα, είναι αφενός η μονοδιάστατη έμφαση στις κλασσικές αρχαιότητες και αφετέρου η αναρχία και ακαταστασία πέριξ των αρχαιολογικών χώρων, αλλά και στις πόλεις μας, κάτι στο οποίο οι τουρίστες με πολιτιστικό ενδιαφέρον είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι.

Ειδικότερα, στο στρατηγικό σχέδιο για τον τουρισμό που εκπόνησε το Ινστιτούτο αναφέρεται πως «απώτεροι στόχοι των προτεινόμενων στρατηγικών κατευθύνσεων αποτελούν η βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών (υποδομές, πρόσβαση, πληροφόρηση, σύγχρονοι τρόποι παρουσίασης κ.ά.), καθώς και η προστασία και η ανάδειξη της κληρονομιάς και του συνόλου του αρχαίου, βυζαντινού και νεότερου πολιτιστικού και θρησκευτικού αποθέματος της χώρας.

Παράλληλα, επιδιώκεται μια στενότερη διασύνδεση του με τα υπόλοιπα κύρια και συμπληρωματικά τουριστικά προϊόντα για την πλήρη αξιοποίηση του συγκριτικού πλεονεκτήματος που διαθέτει η Ελλάδα στον πολιτισμό»

Αναφορικά με το φυσικό περιβάλλον η έκθεση δίνει ιδιαίτερη σημασία στην Εκτός Σχεδίου Δόμηση (ΕΣΔ), στην αυξανόμενη πίεση στις ακτές, στη μη ορθή διαχείριση των αποβλήτων και τέλος στον κίνδυνο εξάντλησης των υδάτινων πόρων και της λειψυδρίας. Και για τα τέσσερα αυτά θέματα ο ΣΕΤΕ έχει εκφρασμένες απόψεις που συνηγορούν σε μεγάλο βαθμό με αυτές του ΣτΠ. Συγκεκριμένα:

Σε ότι αφορά το θέμα της ΕΣΔ, ο ΣΕΤΕ επανειλημμένα έχει εκφράσει – και μέσω σχετικής μελέτης του Ινστιτούτου – την αντίθεσή του στην άναρχη εκτός σχεδίου δόμηση. Υπενθυμίζεται ότι τα ξενοδοχεία, ειδικά τα τελευταία χρόνια, αναπτύσσονται με βάση απαιτητικές Εγκρίσεις Χωροθέτησης και Αποφάσεις Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) και δεν πρέπει να προσομοιώνονται με άλλες ανεξέλεγκτες αναπτύξεις (κατοικία, εμπόριο, αποθήκες κλπ).

Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ο χωρικός σχεδιασμός των περιοχών εκτός πόλεων και οικισμών με στόχο την ορθολογική και βιώσιμη ανάπτυξη η οποία  θα περιλαμβάνει και τον τουρισμό. Αναμένουμε και ελπίζουμε ότι τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια θα βάλουν μια τάξη στην ΕΣΔ και θα περιφρουρήσουν τα τοπία αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των διαφόρων περιοχών που κατασπαταλώνται από την ΕΣΔ.

Αναφορικά με την αυξανόμενη πίεση στις ακτές, είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που όμως είναι πολύ περισσότερο πρόβλημα ΕΣΔ και real estate, παρά πρόβλημα κατάληψης των ακτών από τα ξενοδοχεία και τις αδειοδοτημένες τουριστικές επιχειρήσεις.

Μελέτη του Ινστιτούτου έχει καταδείξει ότι η ακτογραμμή μπροστά από ξενοδοχεία σε οικόπεδα όμορα της παραλίας ανέρχεται σε περίπου 100 χλμ., δηλαδή λίγο περισσότερο από το 0,5% της – από το Εθνικό Κτηματολόγιο – μετρημένης ακτογραμμής των 17 χιλ. χλμ! Και μάλιστα το 40% περίπου της ακτογραμμής αυτής είναι σε βράχια.

Για το θέμα της Δόμησης σε Παράκτιες περιοχές, υπάρχει άλλη μελέτη του Ινστιτούτου που περιλαμβάνει προτάσεις για ελεύθερη ζώνη παραλίας, για εναλλακτική προσέγγιση του οδικού δικτύου που θα είναι απομακρυσμένο από τις ακτές και η πρόσβαση θα γίνεται με κάθετες οδούς, για προσωρινές λυόμενες κατασκευές καθώς και προτεινόμενες λύσεις για αποστάσεις και ύψη των κτισμάτων που προσαρμόζονται στη μορφολογία των ακτών. Ιδιαίτερα για τα μικρά νησιά, τα κτίσματα αυτά προτείνεται να είναι στο κοίλο μέρος των κόλπων και κάτω από την κορυφογραμμή ώστε να μην αλλοιώνουν το παραθαλάσσιο τοπίο.

Ο κίνδυνος της λειψυδρίας είναι υπαρκτός στα νησιά, αλλά η απόδοσή του στον τουρισμό δεν ευσταθεί. Τα προβλήματα διαρροών στο δίκτυο, η έλλειψη χρηματοδότησης λόγω ανείσπρακτων υπολοίπων από τους λογαριασμούς και πώλησης του νερού σε τιμή κάτω του κόστους, καθώς και επενδύσεις που έχουν αδρανοποιηθεί (από τις 32 λιμενοδεξαμενές που υπάρχουν σε 25 νησιά, λειτουργούν μόνο οι 3) κτλ. είναι υπαίτια για το μεγαλύτερο του προβλήματος ενώ το υπόλοιπο οφείλεται στην ανομβρία.

Το να αποδίδουμε το πρόβλημα λειψυδρίας στον τουρισμό είναι αντίστοιχο του να παραδεχόμαστε ότι αδυνατούμε να διαχειριστούμε τους υδάτινους πόρους μας.

Επιπλέον, και εκεί που οι πόροι αυτοί είναι ανεπαρκείς ακόμα και με άριστη διαχείριση, το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με αφαλατώσεις – η Κύπρος καλύπτει 52% των αναγκών της από αφαλατώσεις. Εδώ είναι μάλλον το μόνο σημαντικό σημείο που διαφωνούμε με την έκθεση η οποία αναφέρει ότι η αφαλάτωση «είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα, με υψηλό ενεργειακό κόστος, και μεγάλο περιβαλλοντικό αποτύπωμα».

Η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει τις σχετικές λύσεις με περιβαλλοντικά φιλικό τρόπο, ενώ δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι τα ξενοδοχεία και οι πελάτες τους θα δυσκολευτούν με ένα κόστος που -με τις σημερινές υψηλές τιμές ενέργειας – αντιστοιχεί σε περίπου € 1 / δωμάτιο / ημέρα. Για τους μόνιμους κατοίκους των νησιών μπορεί να διαμορφωθεί ειδικό τιμολόγιο ανάλογα με την κατανάλωση, όπως για παράδειγμα γίνεται στην Κύπρο.

Σε ότι αφορά στο χρονίζον θέμα της διαχείρισης αποβλήτων, είναι προφανές ότι – όπως επανειλημμένα έχει αναφέρει ο ΣΕΤΕ και επισημαίνεται και στην Έκθεση – η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να διαδραματίσει κομβικό ρόλο προκειμένου να δημιουργήσει και διαχειριστεί τα κατάλληλα ρεύματα αποβλήτων.

Για τις επιχειρήσεις, το Ινστιτούτο έχει από καιρό δημιουργήσει εξειδικευμένα εγχειρίδια και σεμινάρια για τη διαχείριση των αποβλήτων ενώ ο ΣΕΤΕ -αναγνωρίζοντας και την ευθύνη του ιδιωτικού τομέα- μόλις πριν μια εβδομάδα ανακοίνωσε την πρωτοβουλία METRON που σκοπό έχει να υποστηρίξει τη μετάβαση των τουριστικών επιχειρήσεων σε βιώσιμη λειτουργία, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αυτοδέσμευσης, συμμόρφωσης, αυτοαξιολόγησης, στοχοθέτησης, και σχετικής πιστοποίησης. Ήδη ξεκίνησε η πιλοτική εφαρμογή με τη συμμετοχή 50 επιχειρήσεων όλων των μεγεθών από όλο το φάσμα τουριστικών δραστηριοτήτων.

Άφησα τελευταίο το Νο. 1 θέμα που αναδεικνύει η έκθεση, το θέμα του χωροταξικού σχεδιασμού. Από τη δημοσίευση της έκθεσης μέχρι σήμερα μεσολάβησε η δημοσίευση από την Κυβέρνηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό και η πρόσκληση για Δημόσια Διαβούλευση που έληξε την προηγούμενη εβδομάδα.

Ο ΣΕΤΕ, εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια ζητάει επιτακτικά τη θεσμοθέτηση ενός Χωροταξικού Σχεδίου για τον τουρισμό για έναν πολύ απλό και ιδιαίτερα σημαντικό λόγο:

Σε αντίθεση με τις περισσότερες δραστηριότητες του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα, ο τουρισμός αποτελεί οριζόντια δραστηριότητα και όχι κάθετη. Δηλαδή, ο τουρισμός αποτελεί μια δραστηριότητα που οριοθετείται από την πλευρά της ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών.

Συνεπώς, αποτελεί μια δραστηριότητα που λειτουργεί ως σύστημα και αφορά πολλά και διάφορα μέρη του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού μιας χώρας και ως εκ τούτου η ανάπτυξή του επιδρά σε πολλαπλούς κλάδους και εξαρτάται από πληθώρα παραγόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον σχεδιασμό, περιλαμβανομένου του χωροταξικού,  της ανάπτυξής του.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο πολλές από τις αναγκαίες δράσεις / επενδύσεις για τον τουρισμό (π.χ. μεταφορές, επάρκεια νερού και υδάτων, διαχείριση αποβλήτων, ψηφιακές υποδομές, υπηρεσίες υγείας κλπ.), έχουν θετικό αποτύπωμα και στην κοινωνία ευρύτερα.

Ακόμα πιο σημαντικό, σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα στα νησιά και σε άλλες απομονωμένες περιοχές, μόνο λόγω του τουρισμού οι επενδύσεις αυτές μπορούν να είναι βιώσιμες.

Η έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού είναι πολλαπλά πιο καταστροφική από ένα Χωροταξικό Σχέδιο με ελλείψεις – (βλ. για παράδειγμα την επέκταση της Εκτός Σχεδίου Δόμησης, ειδικά με την ανάπτυξη της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης).

Άλλωστε, τόσο το παρόν σχέδιο όσο και τα προηγούμενα του 2008 και του 2013 προέβλεπαν διαδικασίες αναθεώρησης ανά πενταετία. Για το λόγο αυτό ο ΣΕΤΕ υποστήριξε τα δύο προηγούμενα χωροταξικά σχέδια, παρά τις όποιες επιμέρους αντιρρήσεις είχε και υποστηρίζει και το παρόν ζητώντας παράλληλα ορισμένες βελτιώσεις, όπως:

Τον ισοδύναμο προσανατολισμό του ΕΧΠΤ τόσο προς τις οργανωμένες τουριστικές αναπτύξεις όσο και προς τα ποιοτικά σημειακά τουριστικά καταλύματα.

Τον εξορθολογισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων, αφενός αναγνωρίζοντας τον θετικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. σε μικρά νησιά ή απομακρυσμένους ορεινούς όγκους, αλλά και τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης μεγέθυνσης του κλάδου στις τουριστικές περιοχές – επισημαίνεται ότι η ετήσια αύξηση της προσφοράς κλινών βραχυχρόνιας μίσθωσης με ρυθμούς 20% και άνω μεταξύ 2019 και 2024 (έναντι 3,7% των ξενοδοχειακών κλινών) είχε ως αποτέλεσμα η προσφορά κλινών βραχυχρόνιας μίσθωσης να υπερβαίνει πλέον αυτή των ξενοδοχειακών κλινών.

Την ομαδοποίηση των νησιών αναλόγως μεγέθους (4 κατηγορίες – η πρώτη για αυτά με <200 τ.χλμ.) και την ανάγκη εκπόνησης τοπικών σχεδίων που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε νησιού (μέγεθος, πληθυσμό, χαρακτήρα, πόρους, υποδομές, αεροπορική πρόσβαση ή όχι κλπ.).

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, φίλες και συνεργάτες,

Ο τουρισμός έχει προσφέρει σημαντικά στη χώρα σε επίπεδο οικονομικής ευημερίας με σημαντικό κοινωνικό και περιφεριακό αποτύπωμα και μπορεί να προσφέρει και περισσότερα στο μέλλον αφού όλες οι ενδείξεις είναι ότι η τουριστική δραστηριότητα -διεθνώς- θα συνεχίσει μακροπρόθεσμα την σταθερή ανοδική της πορεία των τελευταίων 50 και πλέον ετών και θα διογκωθεί ως οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται από τα συμπεράσματα της Έκθεσης του ΣτΠ για την θεσμική ανεπάρκεια του Δημόσιου Τομέα και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αν η Ελλάδα θα πρέπει να διεκδικήσει το μερίδιο που της αναλογεί ή αν θα αυτοπεριοριστεί με μια πολιτική «αποτουριστικοποίησης» αποδεχόμενη τις ανεπάρκειες αυτές ως μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει και να βελτιώσει.

Αν δηλαδή θα προσπαθήσει να διασφαλίσει την δημογραφική συγκράτηση, την οικονομική ευημερία και την περιφερειακή ανάπτυξη μέσα από την ενίσχυση της οικονομίας και των τοπικών κοινωνιών σε περιβάλλον αειφορίας ή αν θα χάσει μέσα από τα χέρια της την ευκαιρία που της παρουσιάζεται, αξιοποιώντας τη φήμη της και τις επενδύσεις που έχουν γίνει από ιδιώτες και δημόσιο/τοπική αυτοδιοίκηση.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.