H λέξη overtourism είναι ένας όρος που άρχισε να χρησιμοποιείται την τελευταία διετία. Στην Ελλάδα, η λέξη χρησιμοποιείται αμετάφραστη και ουσιαστικά περιγράφει αυτό που ονομάζουμε «τουριστικό κορεσμό», ένα φαινόμενο για το οποίο ήδη οι κάτοικοι της Βενετίας, της Βαρκελώνης, του Άμστερνταμ, της βελγικής Μπριζ, του «γειτονικού» μας Ντουμπρόβνικ, αλλά και της Σαντορίνης θα μπορούσαν να πουν πολλά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βενετία δέχτηκε την Κυριακή του Πάσχα του 2018 125.000 επισκέπτες. Γι’ αυτό το λόγο έχουν ήδη ληφθεί μέτρα ελέγχου των αφίξεων, που απαγορεύουν στα μεγάλα κρουαζιερόπλοια να καταπλέουν στην περιοχή, επιβάλλουν αυστηρές ποινές στους τουρίστες με ανάρμοστη συμπεριφορά, ενώ υπάρχει η σκέψη της θέσπισης ορίου στις ημερήσιες αφίξεις επισκεπτών.
Ποιοι είναι όμως οι λόγοι για τους οποίους έχει δημιουργηθεί το φαινόμενο; Κατ’ αρχάς, η αριθμητική αύξηση της μεσαίας τάξης στην αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία και η προοδευτική άνοδος του βιοτικού της επιπέδου. Ιδιαίτερο ρόλο στην εμφάνιση του overtourism παίζει η Κίνα. Στην αρχή του 21ου αιώνα οι κάτοικοί της έκαναν 10,5 εκατ. ταξίδια ανά τον κόσμο. Το 2017 αυτός ο αριθμός αυξήθηκε κατά 1.380%, οι Κινέζοι έκαναν δηλαδή 145 εκατομμύρια υπερατλαντικά ταξίδια.
Λιγότερο εντυπωσιακή αλλά αξιομνημόνευτη στην υπερβολική αύξηση του παγκόσμιου τουριστικού ρεύματος είναι επίσης η συμβολή της γενιάς των millennials. Η ηλικιακή ομάδα των 22 έως 37 ετών έχει διαπιστωθεί ότι προτιμά να ξοδεύει τα χρήματά της σε διακοπές παρά σε ρούχα ή άλλα υλικά αγαθά.
Τέλος, η διάδοση της χρήσης sites όπως το Airbnb, που προσφέρουν προσιτές λύσεις διαμονής, διευκολύνει το ταξίδι στα λιγότερα υψηλά βαλάντια, ενώ ταυτόχρονα «πιέζει» τις πόλεις, ανεβάζοντας την αξία των ακινήτων και εξαναγκάζοντας τους ντόπιους να μεταφερθούν σε πιο απομακρυσμένα προάστια.
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το ρεπορτάζ της Μάρως Βασιλειάδου στο kathimerini.gr.
