Το Υφυπουργείο Τουρισμού της Κύπρου έχει θέσει ως στόχο την αύξηση των τουριστικών αφίξεων στα 5.000.000 μέχρι το 2035, από περίπου 4.500.000 το 2025 και 4.040.200 το 2024.
Ωστόσο, αυτό θα επιχειρηθεί να επιτευχθεί όχι «επιβαρύνοντας» περισσότερο τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά με τη διασπορά των αφίξεων σε φθινόπωρο και άνοιξη.
Τα παραπάνω περιλαμβάνονται στη νέα Εθνική Στρατηγική Τουρισμού μέχρι το 2035, που εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο της Κύπρου.
Πρόκειται για επικαιροποιημένη έκδοση της Εθνικής Στρατηγικής Τουρισμού 2030, η οποία είχε ανακοινωθεί το 2020.
Η Στρατηγική αναθεωρήθηκε ώστε να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα όπως η αειφόρος τουριστική ανάπτυξη, η πράσινη μετάβαση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η βελτίωση των υποδομών και ειδικότερα των υποδομών προσβασιμότητας.
Σύμφωνα με τον Υφυπουργό Τουρισμού Κώστα Κουμή:
« – Στόχος είναι να φτάσουμε μέχρι το έτος 2035 στα 5 εκατομμύρια επισκέπτες, αλλά να κατανέμονται διαφορετικά σε σχέση με το τι ισχύει σήμερα.
– Οι χώρες που έχουν απομείνει χωρίς απευθείας αεροπορική σύνδεση και θεωρούνται αξιοπρόσεκτες στο πεδίο του τουρισμού είναι πλέον οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία. Γίνονται ενέργειες και για τις τρεις αυτές αγορές».
Η Κύπρος, σύμφωνα με τη νέα Εθνική Στρατηγική Τουρισμού, στοχεύει στα παρακάτω τμήματα της τουριστικής αγοράς.
– Over 50s / Silver tourism: Πρόκειται για ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα της τουριστικής αγοράς, ιδιαίτερα ενόψει της γήρανσης του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι επισκέπτες αυτοί ξοδεύουν περισσότερο από τους νεότερους και τείνουν να ταξιδεύουν συχνότερα, αφού έχουν λιγότερες οικογενειακές υποχρεώσεις και αυξημένο ελεύθερο χρόνο.
– Sun and Sea / Families with children: Οι οικογενειακές διακοπές αναμένεται, ότι θα αναπτυχθούν με ταχύτερο ρυθμό από οποιαδήποτε άλλη μορφή διακοπών. Αποτελούν επί του παρόντος, ως τμήμα τουριστικής αγοράς, το 30% περίπου του συνόλου του τουριστικού ρεύματος παγκόσμια.
– Destination hoppers: Οι διακοπές πολλαπλών προορισμών επιλέγονται από άτομα με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους, πιο ενεργό τρόπο ζωής και μεγαλύτερο εισόδημα. Αναγνωρίζοντας την τάση της εποχής, η Κύπρος είναι σε διαδικασία δημιουργίας και προώθησης κοινών τουριστικών πακέτων με γειτονικές χώρες, στοχεύοντας μακρινές κυρίως αγορές.
– Domestic tourism: O εγχώριος τουρισμός επιτρέπει στον επισκέπτη να ξεφύγει από την καθημερινότητα, χωρίς να υποβληθεί στην ταλαιπωρία πτήσεων. Θεωρείται απαραίτητη η δημιουργία επιπρόσθετων τουριστικών καταλυμάτων στην ύπαιθρο / ορεινές περιοχές. Η συνεισφορά του εγχώριου τουρισμού είναι μεγάλη, αφού παρατηρείται υψηλή δαπάνη των Κυπρίων σε σύγκριση με αυτή των ξένων επισκεπτών.
– Long stayers: Οι επισκέπτες μακράς διάρκειας παραμένουν σε μια χώρα κυρίως για να αποφύγουν τις κακές καιρικές συνθήκες στη χώρα τους. Το ήπιο κλίμα είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Κύπρου. Η φιλοξενία των ντόπιων και το καλό φαγητό είναι επίσης παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το συγκεκριμένο τμήμα τουριστικής αγοράς. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη αυτού του τμήματος τουριστικής αγοράς είναι η ολόχρονη λειτουργία τουριστικών καταλυμάτων.
– Working from anywhere / Bleisure: Ακόμη και πριν την πανδημία του κορoνοϊού, μεγάλες εταιρείες άρχισαν να ασπάζονται την τάση για τηλεργασία, που συνεπαγόταν μείωση των λειτουργικών εξόδων τους. Η πιο πάνω τάση, σε συνδυασμό με την ανάγκη των πολιτών για αλλαγή παραστάσεων, δημιούργησε ένα νέο τμήμα τουριστικής αγοράς, αυτό του «bleisure». Πρόκειται για τον συνδυασμό διακοπών και εργασίας. Η παραμονή σε ένα προορισμό «bleisure» μπορεί να διαρκέσει από μία εβδομάδα μέχρι και μήνες. Η Κύπρος πληροί όλα τα κριτήρια και ήδη πολλά στελέχη διεθνών και τοπικών οργανισμών και εταιρειών επιλέγουν το νησί ως ένα από τους καλύτερους προορισμούς «bleisure» στην Ευρώπη.
Πηγή: www.philenews.com


