Οι αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα διοικούνται από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠΑ), το οποίο ιδρύθηκε το 1977. Το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων διαχειρίζεται τα πωλητήρια, την παραγωγή εκμαγείων, λειτουργεί δύο εργαστήρια, «τρέχει» τα αναψυκτήρια σε διάφορους τουριστικούς χώρους και μουσεία. Αποτέλεσμα: Τα νούμερα «μιλούν» από μόνα τους. Για παράδειγμα, τα έσοδα από τους τουριστικούς χώρους και τα μουσεία στην Ελλάδα προέρχονται, ακόμα και σήμερα, κατά 86% από τα εισιτήρια εισόδου.
Και αυτό όταν σύμφωνα με μελέτη που διενήργησε εταιρεία McKinsey, για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), το αντίστοιχο ποσοστό (των εσόδων από τα εισιτήρια) στη Βρετανία καλύπτει μόλις το 26% των συνολικών εσόδων, ενώ στη Γαλλία ακόμη μικρότερο, καθώς ο συντριπτικός όγκος των εσόδων προέρχεται από τα πωλητήριά τους.
Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η στρατηγική –αν υπάρχει– των υπευθύνων για τους ελληνικούς χώρους δεν στηρίζεται στην «εμπειρία» που αποκομίζει κανείς μέσω της επίσκεψής του σε ένα χώρο, αλλά στο «έκθεμα / εύρημα». Μόνο που η συγκεκριμένη αντίληψη παραπέμπει στη λογική του 1980 και εδώ και πολλά χρόνια έχει εγκαταλειφθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο ΣΕΤΕ δεν προτείνει την κατάργηση του δημοσίου ΤΑΠΑ. Άλλωστε, οι αντίστοιχοι οργανισμοί, ακόμη και στη Βρετανία, είναι δημόσιοι. Τι προτείνει; Μία εντελώς διαφορετική δομή του, που θα στηρίζεται σε τρεις πυλώνες και συγκεκριμένα:
1. Στα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Εκεί θα μπορούσε να περιληφθεί μια πολυδιάστατη πολιτική εισιτηρίων (μέσα από το διαδίκτυο, το θεσμό των συνδρομών ή την έκδοση ενός ετήσιου εισιτηρίου ή ενός πολυεισιτηρίου με διαφορετικές τιμές), σε συνδυασμό με τη δημιουργία πακέτων χορηγιών και δωρεών, την πρόβλεψη για τη δημιουργία μελών, τη ριζική ανανέωση της προϊοντικής πολιτικής, με πολλά και διαφορετικά προϊόντα που θα διανέμονται και ηλεκτρονικά ή μέσω ποικίλων καναλιών.
2. Στην ενιαία πολιτική προβολής –μέσα και από ιδιωτικούς φορείς– με την αξιοποίηση του διαδικτύου.
3. Στη βελτίωση της εμπειρίας του επισκέπτη με ορισμό μάνατζερ για τη συνολική διαχείριση του χώρου, στο διαρκή έλεγχο της ικανοποίησης των επισκεπτών και στην αξιολόγηση και εκπαίδευση του προσωπικού.
Ο ΣΕΤΕ εκτιμά ότι τα έσοδα από την αξιοποίηση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 300 εκατ. ευρώ σε μία πενταετία, με αύξηση από τα εισιτήρια σε 130 εκατ. από 41 που είναι σήμερα, από τα προϊόντα σε 95 εκατ. από 1, από υπηρεσίες σε 50 εκατ. από 3, από συνδρομές σε 20 από μηδενικά σήμερα και χορηγίες ιδιωτών σε 20 εκατ. από 3 σήμερα.
Τί προτείνει η McKinsey στη μελέτη της: Μείωση των διαθεσίμων εκμαγείων / αντιγράφων που σήμερα είναι πάνω από 300, σε 50, το πολύ 100, με βάση ιστορικά στοιχεία ζήτησης και επισκεψιμότητας των χώρων. Δηλαδή, να παραμείνουν στην αγορά τα πιο εμπορικά για να αυξηθούν οι πωλήσεις. Προτείνει ακόμη την ανάπτυξη ψηφιακών ξεναγήσεων και εφαρμογών apps για τα έξυπνα τηλέφωνα.
Πηγή: www.kathimerini.gr
Ολόκληρο το άρθρο του Τάσου Τέλογλου:
http://www.kathimerini.gr/764400/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/kollhse-sto-80-o-politistikos-toyrismos

